Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Mνήμη Γιώργου Τριάρχη (1949-2006)



Οι συνομήλικοί μου κι εγώ, γνωρίσαμε τον Γιώργο Τριάρχη, ως μαθητές της πρώτης γυμνασίου το έτος 1991-2, όταν εμφανίστηκε στο σχολείο μας μια εκκεντρική προσωπικότητα, ως ο φιλόλογος που έμελλε να μας διδάξει την αρχαία ιστορία.
Επέλεξα να χρησιμοποιήσω τον χαρακτηρισμό «εκκεντρικός», όχι αβασάνιστα και με πλήρη επίγνωση όσων πιθανών παρανοήσεων μπορεί να προκαλέσει. Γιατί επιμένω, πως σε αυτήν την τόσο χαρακτηριστική εκκεντρικότητα του Γιώργου Τριάρχη, συμπυκνώνονται όλες οι αρετές εκείνου του δασκάλου.
Η εμφάνισή του ήταν χαρακτηριστική. Ψηλόλιγνος, με λίγο αραιωμένα μαλλιά, μελαχρινός, με εκφραστικά μάτια που καλύπτονταν από μεγάλα γυαλιά. Συντηρητικό ντύσιμο, κόντρα στη μόδα και τον καταναλωτισμό. Κινήσεις ανήσυχες, διαρκείς και πολύ πολύ εκφραστικές. Ετούτα, ως εξωτερικά στοιχεία, εύκολα αναγνωρίσιμα και προσδιορισμένα.
Όμως, ακόμη και ο ψυχισμός του, τα εσωτερικά του χαρακτηριστικά, δεν ήταν καθόλου κρυμμένα. Εξωστρεφής και εκφραστικός, από τις πρώτες του ήδη εμφανίσεις στο χώρο του σχολείου, ο Τριάρχης ήταν αδύνατο να κρύψει τον ευαίσθητο χαρακτήρα του. Σφάλμα, ίσως γενετικό λάθος, για κάποιον που θέλει να αντέξει ως καθηγητής στην ελληνική μέση εκπαίδευση. Οι μαθητές και πόσο μάλλον οι 12χρονοι συμμαθητές μου, δε συγχωρούν την ευαισθησία. Τουλάχιστον όχι εύκολα. Από την στιγμή που ξεκίνησε η αλληλεπίδρασή μας στο διδακτικό πεδίο, όσο περισσότερο τον γνωρίζαμε, βλέπαμε έναν καθηγητή με πολύ συγκεκριμένα πιστεύω, πολύ σοβαρές ηθικές και αισθητικές αξίες, στοιχεία μιας καλλιεργημένης προσωπικότητας που ανάβλυζαν ελεύθερα, ακόμη και σε μια απλή καλημέρα του. Αυτό δεν μπορούσε παρά να φαίνεται παράξενο στα μάτια μας και γι’ αυτό συνδέθηκε νωρίς με όλους τους χαρακτηρισμούς που βολεύουν τους αμύητους: ήταν το φιλολογικό ψώνιο, ο ονειροπαρμένος, ο πυροβολημένος σε πιο μαθητική διάλεκτο, και άλλα πολλά. Αν και στην τάξη μου δίδασκε ιστορία, συχνά φανέρωνε το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία και στη μνήμη μου, γενικά, καταγράφτηκε ως το κατεξοχήν παράδειγμα συνειδητού και ολοκληρωμένου φιλολόγου.
Και την αρχαία ιστορία, την αγαπούσε κι αυτήν πολύ. Ο ενθουσιασμός του για εκείνο που σκόπευε να διδάξει, δυσεύρετη παιδαγωγική αρετή, παραμένει ο πιο βαθιά χαραγμένος στη μνήμη μου από όλους τους έως τώρα δασκάλους μου. Ενδεικτικά αναφέρω από τον τρόπο διδασκαλίας του, πως είχε ζητήσει να χρησιμοποιούμε 3 χρώματα στυλό και 2 ειδών υπογραμμίσεις. Κόκκινο και διπλή υπογράμμιση στα πολύ σημαντικά μέρη του κειμένου, μπλέ κυματιστό για τα σκέτο σημαντικά και πράσινη απλή υπογράμμιση για τα λιγότερο σημαντικά. Πρωτοβουλία που δεν έβρισκε το ίδιο πρόθυμους εμάς, τους μαθητές. Όλο το βιβλίο μπογιατισμένο. Δεν υπήρχε περίοδος ή γεγονός της αρχαιότητας που να μην τον ενθουσίαζε. Εντούτοις, είχε μια ξεχωριστή εμμονή, ένα θέμα που τον συνέπαιρνε περισσότερο και έβαλε πείσμα να μας το μεταδώσει. Πρόκειται για τον πολιτισμό της κλασικής Αθήνας. Αφιέρωσε ούτε λίγο ούτε πολύ, δέκα μαθήματα για τον παρθενώνα. Οι κινήσεις του καθώς επαναλάμβανε τη φράση «ο Παρθενώνας, δεν έχει βάρος, δεν έχει γωνίες, είναι όλοστρόγγυλος, είναι αέρινος» -και στο αέρινος σήκωνε τα λιγνά του χέρια στον ουρανό - έδωσαν για καιρό τροφή στα πειραχτήρια να επαναλαμβάνουν τη χορογραφία στα διαλείμματα.
Ήταν εύκολο θύμα της εφηβικής ιδιοτροπίας. Κάποτε έριξαν οι μαθητές στην αίθουσα αμπούλες δακρυγόνου, αναγκάζοντάς τον να διακόψει το μάθημα. Άλλοτε εκεί που στήριζε τον αγκώνα του φαγουρόσκονη, υποβάλλοντάς σε άδικα και ατιμωτικά μαρτύρια. Εκείνος θύμωνε, αλλά όχι άσχημα. Αργότερα, μόνο όταν μεγάλωνα, ένοιωσα τι σήμαινε το βλέμμα του. Λυπόταν και το χειρότερο, αποθαρρυνόταν. Ήταν μια προσωπικότητα που της ξεχείλιζε το πάθος, καθόλου έτοιμη, ίσως, να αναμετρηθεί με την απάθεια των μικρών εγωπαθών εφήβων. Επέλεξε να εκτίθεται, να εκφράζει τις συναισθηματικές του πλημμύρες, με όποιο κόστος στην αυτοεικόνα του ως θηριοδαμαστή της πρώτης γυμνασίου. Δεν αγρίευε μαζί μας. Παράλληλα οι μαθητές ανέπτυξαν ένα περίεργο είδος σχέσης μαζί του. Οι χλευασμοί δεν είχαν στόχο αυτόν τον περίεργο άνθρωπο, τον ιδεαλιστή, τον ποιητή και ελληνολάτρη. Δεν τον αντιμετώπιζαν ως κάποιον γραφικό και άβουλο υπαλληλίσκο του υπουργείου παιδείας. Απλά, δεν ανεχόταν η 13 χρονη φύση μας να ομολογήσουμε συγκίνηση. Δοκιμάζαμε έτσι τα πιστεύω του και την αισθητική του.
Γιατί ήταν ο μόνος στα 6 χρόνια που φοιτήσαμε στα σχολεία της Χώρας, που πήρε την πρωτοβουλία να μας πάει στο αρχαιολογικό μουσείο. Κοροιδέψαμε τότε μια ψόφια μύγα μέσα από τη βιτρίνα, πως ήταν τάχα και τούτη μινωική; Είμασταν οι ίδιοι μαθητές όμως που επιστρέφοντας με τα πόδια στο σχολείο πιάσαμε τη συζήτηση μαζί του για ποια αρχαία έχουμε υπόψη μας, διάσπαρτα στο νησί. Κι ας είπαμε έπειτα στα υπόλοιπα παιδιά ότι τάχα «μας κουβάλησε να δούμε κάτι στάμνες και ευτυχώς χάσαμε μάθημα».
Επανέρχομαι λίγο στην ιστορία. Με 10 μαθήματα αφιερωμένα στην ακρόπολη, φυσικά δεν έβγαινε η ύλη. Μας έβαλε λοιπόν πεισματικά να του υποσχεθούμε ότι το καλοκαίρι θα διαβάζαμε μόνοι μας το κεφάλαιο του μεγαλέξαντρου, τον οποίο επίσης λάτρευε. Τι γλυκό ανέκδοτο, αλήθεια. Θαυμάζω εκ των υστέρων το θάρρος του να αγνοήσει το αναλυτικό πρόγραμμα του υπουργείου και να εκτοπίσει ολόκληρο μεγαλέξαντρο, μόνο και μόνο για να πειστούμε πως ο παρθενώνας πετάει! Και τότε μου είχε φανεί παράξενο. Και τώρα, ακόμα πιο θαυμαστό ότι ένα μήνα αργότερα ανέβαινα πρώτη μου φορά στον παρθενώνα και αποσβολωμένη χάζευα τα μάρμαρα που υψώνονταν πάνω από τη γη.
Ο Τριάρχης δίδαξε στο γυμνάσιο Κυθήρων μόνο εκείνη τη χρονιά. Το καλοκαίρι τον χάσαμε. Επέστρεψε τον επόμενο χρόνο, περαστικός, ένα πρωινό για να μας χαιρετήσει. Είχε φέρει μαζί του από ένα βιβλίο για τον κάθε μαθητή του, με χειρόγραφη αφιέρωση στην πρώτη σελίδα. Για μένα, το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ: «Στην μαθήτριά μου Κατερίνα για να πιστέψει ότι ο κόσμος μας μπορεί και πρέπει να γίνει καλύτερος». Και δεν τον ξαναείδα, όσο κιαν το θέλησα, ιδιαίτερα από όταν έγινα και η ίδια φιλόλογος. Ήθελα να τον δω, επίμονα μάλιστα. Ένοιωθα την ανάγκη να του εξηγήσω –αν και μάλλον καταλάβαινε πριν από μας- να του απολογηθώ για εκείνο το θλιμμένο βλέμμα της απογοήτευσης που τόσες φορές του προκαλέσαμε. Να του πω ότι τον θυμόμαστε όλοι με αγάπη γιατί μας έμαθε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και επειδή όταν ήταν λιακάδα μας έβγαζε να κάνουμε μάθημα στην αυλή. Και για τόσα άλλα μικρά και μεγάλα πράματα που θα μας συνοδεύουν πάντα. Παρόλο που φοβάμαι πως λόγω του σύντομου της παραμονής του εδώ, αλλά και επειδή δεν ήμαστε ηλικιακά έτοιμοι δεν συνειδητοποιήσαμε έγκαιρα το μέγεθος του ψυχικού του μεγαλείου. Χάρηκα πολύ αργότερα, όταν έμαθα ότι αυτό που δεν του επιστρέψαμε εμείς, τα ελληνάκια του ’90, το έλαβε πλουσιοπάροχα από τους μαθητές του στην Τασκένδη. Την ίδια στιγμή, στο άκουσμα του τραγικού του θανάτου, πίστεψα και μακάρισα την τύχη μου γι αυτό, ότι γνώρισα και αγάπησα τον εκπρόσωπο ενός είδους υπό εξαφάνιση. Γνώρισα και αγάπησα έναν δάσκαλο και ήρωα μαζί. Ευχαριστούμε δάσκαλε και συγχώρα μας.

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=64639


(Από τη βραδιά μνήμης που οργάνωσε η Φιλαρμονική Ποταμού τον Δεκέμβριο του 2008)

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Στρατής Θεοδωρακάκης, ο μαέστρος των Κυθήρων

(Χριστούγεννα 2006, με τη χορωδία. Φωτό: Κ. Μεγαλοκονόμος)


Για να νιώσει κανείς πραγματικά ποιος είναι ο Στρατής Θεοδωρακάκης, θα πρέπει να έχει την τύχη να τον απολαύσει επί το έργον σε μια από τις πολλές εμφανίσεις της Φιλαρμονικής Κυθήρων, είτε παρέλαση λέγεται αυτό, είτε πανηγύρι, είτε θρησκευτική λιτανεία. Εναλλακτικά, θα αρκούσε και μία επίσκεψη στο παραδοσιακό εμπορικό του κατάστημα στην πλατεία του Ποταμού. Ωστόσο, σε μια προσπάθεια να αποδοθεί το πορτραίτο του στο χαρτί, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τις προσωπικές διηγήσεις του για τη ζωή.
Ο Στρατής Μεγαλώνει στα Κύθηρα τη δεκαετία του 1920, μακριά από την οικογένειά του, που έχει μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Στα οκτώ του χρόνια έχει την πρώτη του συνάντηση με το μεγάλο του πάθος, τη μουσική, όταν φτάνει στο νησί κάποιος πρόσφυγας από τη Μικρασία που παραδίδει μαθήματα μουσικής για να επιβιώσει. Κοντά του μαθαίνει, με πολλή αγάπη κι επιμονή, να παίζει μαντολίνο. Αργότερα φτάνουν ως εξόριστοι του εμφυλίου στο νησί άνθρωποι από τα Επτάνησα και τον Βόλο, οι οποίοι στήνουν μιαν «απίθανη» χορωδία. Μπροστά σε αυτό το «καινούργιο, ουράνιο πράγμα», μένει εκστατικός και κερδίζει πολλά από τη συναναστροφή με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Σύντομα δοκιμάζει μία μεγάλη δυσάρεστη έκπληξη. Ως μέλος του τοπικού ΕΛΑΣ κατά την κατοχή, έχει φωτογραφηθεί αγκαλιά με ένα όπλο. Η φωτογραφία στέλνεται από τον ίδιο στους δικούς του στη μακρινή Αυστραλία, όπου ο αδελφός του τη δημοσιεύει σε εφημερίδα της διασποράς με καμάρι για τη συμμετοχή του Στρατή στον πόλεμο! Το δημοσίευμα όμως, καταλήγει από κάποιον «καλοθελητή» στα χέρια της Αστυνομίας Κυθήρων. Του ετοιμάζεται αμέσως ο φάκελλος και όταν έρχεται η ώρα να παρουσιαστεί ως στρατιώτης, στέλνεται στη Μακρόνησο. Εκεί θα ζήσει τρία χρόνια έχοντας αναλάβει, μετά από μια σύντομη περίοδο στην αγγαρεία, την χορωδία του στρατοπέδου. Θα «σώσει» μαζί του «από το σκάψιμο, καμμιά πενηνταριά στρατιώτες ακόμα». Η χορωδία γνωρίζει μεγάλες δόξες, με αποκορύφωμα τις ζωντανές εκπομπές στο Ραδιόφωνο των Αθηνών. Εκεί, έξω από το στούντιο, ο διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας των Αθηνών θα ενθουσιαστεί από το ταλέντο του νεαρού Τσιριγώτη και θα του αφήσει τις συστάσεις του ώστε, άμα απολυθεί, να πάει να τον βρει. Ο Στράτης δεν πήγε ποτέ. Επιστρέφει στο νησί, όπου για περισσότερα από 60 χρόνια, προσφέρει από κάθε πόστο τις υπηρεσίες του για το καλό του τόπου, με την πίστη και την ελπίδα πως «ο κόσμος που ζούμε, αξίζει και μπορεί να γίνει καλύτερος».


-Αντιπροσωπεύετε τη γενιά που μετά τον πόλεμο ανέλαβε με πράξεις την πρόοδο του τόπου. Πώς θα την περιγράφατε ο ίδιος τη γενιά σας;
Είμαστε η γενιά που ξεκίνησε από την Αντίσταση και μάθαμε τότε ότι πρέπει να υπερασπιστούμε την πατρίδα έστω και με θυσία δικιά μας. Χωρίς υπολογισμό. Και αυτό το αίσθημα που είχαμε, της αυτοθυσίας, μας ατσάλωσε ώστε να γίνουμε κοινωνικά ευαίσθητοι, να αγαπάμε τα πάντα, να αγαπάμε τους πάντες, ακόμα κι ας μην μας αγαπούσανε και να παλεύουμε για μια προσφορά προς την πατρίδα. Έτσι, αναπτύξαμε συλλογικές δράσεις που για βάση τους είχαν τον εθελοντισμό. Υπήρχε κάπου μία ανάγκη; Τρέχαμε όλοι μαζί. Όπως για παράδειγμα όταν κάναμε εργασίες στο μώλο. Αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

-Στα δικά σας χρόνια τα Κύθηρα γνώρισαν για πρώτη φορά τον τουρισμό. Πώς τον υποδεχτήκατε τότε και πώς βλέπετε τώρα την εξέλιξη του νησιού στον τομέα αυτόν;
Το αγαθό του τουρισμού, δεν είχε γεννηθεί τότε. Όταν ψιλοάρχιζε σιγά σιγά, είδαμε ότι αξίζει και θέλαμε να προσφέρουμε και σε αυτόν τον τομέα και να βοηθήσουμε τον τόπο. Να φανταστείς πως, όταν για παράδειγμα κάποτε, σε τουριστική περίοδο έπεσε από ένα πλοίο πετρέλαιο και η παραλία γέμισε πίσσα, κατεβήκαμε καμιά εικοσαριά άτομα στην θάλασσα και την καθαρίσαμε εθελοντικά, μόνο και μόνο για να σώσουμε τον τουρισμό. Οι τουρίστες, θυμάμαι, μας κοίταζαν έκπληκτοι.
Για μένα, που πάντοτε ήμουν και είμαι ρομαντικός και αιθεροβάμων, ο τουρισμός είναι η σωτηρία και η επιβίωση του νησιού. Μόνο που δεν πρέπει να ευτελιστεί. Δεν πρέπει να προσφύγουμε στο δόγμα «τουρισμός πάσει θυσία.» Να κρατηθεί το ψυχολογικό επίπεδο και των κατοίκων. Εκείνο που χαίρονται όσοι έρχονται, και μου τα λένε στο μαγαζί, είναι η καλοσύνη των ανθρώπων. Ο κόσμος βλέπει ότι δεν τους φέρονται σαν αντικείμενα εκμετάλλευσης. Αν κρατήσουμε αυτήν την ψυχολογία, πιστεύω θα πάμε πολύ ψηλά. Ως εδώ, έχουμε κρατηθεί, γιατί δεν αναπτυχθήκαμε γρήγορα. Κρατήσαμε ακόμα την αγνότητά μας, την παρθενιά μας, χωρίς να διαβρωθούμε. Καλωσορίζουμε τον άνθρωπο που έρχεται στο νησί μας. Και ο επισκέπτης βλέπει πως οι επιχειρηματίες δεν είναι οι άνθρωποι που έρχονται για να οικονομήσουν περιστασιακά στο νησί. Μένουν εδώ και αγαπούν μέχρι και την τελευταία πέτρα του νησιού τους.

-Εκτός από την πολυετή ενασχόλησή σας με τα κοινά, μια άλλη πτυχή της ζωής σας, ίσως η πιο σημαντική, είναι η σχέση σας με τη μουσική, που ως αποτέλεσμα είχε την ίδρυση της Φιλαρμονικής των Κυθήρων.
Στη φιλαρμονική έχω δώσει ό,τι μπορώ και θα συνεχίσω να δίνω. Η ιστορία της ξεκινάει το 1964 όταν συμπληρώνονταν τα 100 χρόνια της ένωσης της Επτανήσου και αποφασίστηκε να γίνουν εκδηλώσεις σε όλα τα νησιά. Ήρθε τότε ο Νομάρχης, και τον φιλοξένισα στο σπίτι. (Ξενοδοχεία δεν υπήρχαν). Όπως είμαστε και καθόμαστε μετά το πέρας των εκδηλώσεων, του λέω: «δε θα ήταν πολύ όμορφα να έχουμε και μια Φιλαρμονική;». «Βεβαίως», μου απάντησε, «τι θέλετε;». «Να μας την επιχορηγήσετε!». Και τότε μας έδωσε από τον προϋπολογισμό του εορτασμού στα Κύθηρα, τις 10.000 δραχμές που περίσσεψαν. Πράγματι έτσι ξεκινήσαμε. Είχαμε τη σπάνια τύχη, λόγω του Νομάρχη να μας βοηθήσει ο μαέστρος της Φιλαρμονικής του Δήμου Αθηναίων. Πήραμε πέντε όργανα με εκείνα τα λεφτά. Δύο τύμπανα, μία κάσα, μία τρομπέτα και ένα ευφώνιο. Τα φέραμε κάτω. Κάποια στιγμή βγήκαν τα παιδιά στην πλατεία με τα τύμπανα και παίξανε στον Ποταμό ένα εμβατήριο. Από εκεί και πέρα, ενθουσιάστηκε ο κόσμος,. Κατά καλή μας τύχη, είχε έρθει εκείνη την εποχή από την Αυστραλία ο Ζαχαρίας ο Μένεγας, κορυφαίος σαξοφωνίστας, και αγάπησε αμέσως την Φιλαρμονική και ήρθε στην παρέα. Κάναμε χορούς και με τα έσοδα συμπληρώσαμε τα όργανά μας. Ήρθαν και οι εθελοντές που βοήθησαν και τη στήσαμε τη Φιλαρμονική. Ύστερα άρχισαν να έρχονται οι δωρεές. Όπως ο Παναγιώτου από την Αυστραλία που χαρίζει το σπίτι του στην κοινότητα και ο εκτελεστής της διαθήκης το έδωσε σε εμάς. Ιδρύεται το ίδρυμα Παναγιώτου, φτιάχνεται το Πνευματικό Κέντρο. Τώρα ο όροφος ανήκει στην Φιλαρμονική, όπως και το πάρκινγκ του Ποταμού που το παραχωρεί δωρεάν στον κόσμο για την εξυπηρέτηση του χωριού.
Ως Φιλαρμονική δεν αμοιφθήκαμε ποτέ για τις υπηρεσίες μας. Ποτέ δεν κοιτάξαμε το εγώ, αλλά το εμείς. Η μπάντα είναι κάτι δικό μας και το υπερασπιζόμαστε. Και συνεργαζόμαστε με όλους. Πάρα πολλά παιδιά έμαθαν τις πρώτες νότες στην αγκαλιά της Φιλαρμονικής και μάλιστα πολλά από αυτά έκαναν και καριέρα μουσικού. Και ακόμα, η πιο πρόσφατη προσπάθεια των τελευταίων πέντε ετών, είναι η πολυφωνική Χορωδία ενηλίκων, που κουραστήκαμε πολύ να τη φτιάξουμε. Ακόμα δε φτάσαμε εκεί που θέλουμε, αλλά θα φτάσουμε με το πείσμα και την αγάπη που έχουμε.


-Διάγοντας αισίως την ένατη δεκαετία της ζωής σας, τι είναι αυτό που σας κάνει στους δύσκολους καιρούς που περνούμε, να κατεβαίνετε σφυρίζοντας χαρούμενα κάθε πρωί προς την πλατεία;
Πάντοτε πίστευα στη δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι. Εάν οι άνθρωποι κρατήσουν τη δύναμή τους και έχουν απέραντη αγάπη για όλους, ακόμα και για τα λουλουδάκια, ακόμα και για τα ζωϋφια, θα μπορέσουν να δουν πως η κάθε μέρα που ξημερώνει είναι μια άλλη μέρα. Δε θα πεθάνουμε! Θα κρατηθούμε! Θα σφίξουμε τα δόντια μας. Θα φάμε ψωμί και κρεμμύδι. Δεν έχει να κάνει… Θα πάμε!

Ιούλιος 2010, για το "Ky-theros" του Σταύρου Κυριακάκη

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Πολιτισμός, Κύθηρα και ιδιωτική πρωτοβουλία.


(Συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Χαρατζά)




Το 2005 άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό ο πρώτος ιδιωτικός χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων στο νησί. Ο λόγος, για τον πολυχώρο τέχνης «Ζείδωρος», που στεγάζεται σε ένα αποκατεστημένο ενετικό κτήριο, πραγματικό αρχιτεκτονικό κοσμοτέχνημα, επάνω στον παραλιακό δρόμο του Καψαλιού. Με κλεισμένα τα πέντε χρόνια λειτουργίας του, επιδιώξαμε μία συζήτηση με τον ιδιοκτήτη, Αλέξανδρο Χαρατζά , όπου μας καταθέτει τις σκέψεις και τις απόψεις του, όπως διαμορφώνονται από την σχετική εμπειρία που έχει αποκτήσει πλέον στα πολιτιστικά του τόπου.




-Αδιαμφισβήτητα, από τότε που ιδρύθηκε η Ζείδωρος, κάτι έχει αλλάξει στο πολιτιστικό περιεχόμενο, τουλάχιστον των καλοκαιριών, στο νησί.

Η Ζείδωρος είναι ένας χώρος που λειτουργεί από το Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο. Δεν είναι ένας χώρος που λειτουργεί και τον χειμώνα, δυστυχώς πρέπει να πω. Γιατί, εάν υπήρχε αντικείμενο, θα με ενδιέφερε να είμαι εδώ και το χειμώνα. Και όταν λέω αντικείμενο, εννοώ ώστε να μπορεί ο χώρος να επιβιώσει. Έχοντας τολμήσει έναν χειμώνα να οργανώσω κάποια πράγματα, είδα πως δεν είναι βιώσιμο. Και δε μιλάμε για μεγάλο κόστος, αλλά ακόμη κι αυτό, δεν καλύπτεται.


- Σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι επηρεάζει η παροχή μιας σωστής υποδομής την παραγωγή πολιτισμού;

Είναι μία συζήτηση της κότας και του αυγού. Πιστεύω ότι ένας χώρος, για να λειτουργήσει το χειμώνα, θα πρέπει να βγάζει τα έξοδά του. Η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει το πλεονέκτημα πως παρέχει καλή οργάνωση, καλή προβολή, (γιατί έτσι οφείλει για να υπάρχει), απ’ την άλλη, σε ορισμένες περιστάσεις είναι αναγκασμένη να ρίχνει το επίπεδό της.

Μακάρι να μπορούσε κάποιος φορέας εδώ, να αναπτύξει κάποια δραστηριότητα καλλιτεχνικού – πολιτιστικού περιεχομένου, ο οποίος να ήταν μεικτός. Δηλαδή, μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία. Θα έλεγα όχι του Δήμου, γιατί θεωρώ ότι δε θα είχε την ελευθερία ένας τέτοιος φορέας να δράσει ανεπηρέαστα από οποιεσδήποτε πολιτικές προτιμήσεις.


- Εντούτοις, κάθε χρόνο, όλο και πιο πολύ, επεκτείνονται οι συνεργασίες σου με τοπικούς φορείς, έστω τους πέντε αυτούς μήνες.

Τα τελευταία χρόνια το θεατράκι έχει φιλοξενήσει παραστάσεις και εκδηλώσεις διαφόρων φορέων, όπως είναι το ωδείο, τα Δημοτικά σχολεία, ο σύλλογος Ποταμού, παραδοσιακοί χοροί κλπ. Και προσπαθώ πάντα, αν όχι να δίνω το χώρο αφιλοκερδώς στους τοπικούς φορείς, να έχουν πολύ χαμηλή τιμή.


-Έχοντας επενδύσει επαγγελματικά σε μια επιχείρηση όπως τη Ζείδωρος, σημαίνει πως αντιμετωπίζεις τον πολιτισμό ως μία κερδοφόρα επένδυση;

Βλέπω τον πολιτισμό σαν προϊόν. Το πολιτιστικό προϊόν έχει κι αυτό μια αγορά. Πρέπει να επισημάνω ότι το συγκεκριμένο προϊόν είναι δύσκολο και αχάριστο, με την έννοια ότι η σχέση δουλειάς και απόδοσης είναι πολύ κακή. Σίγουρα θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, το οποίο θα είχε μεγάλη απόδοση και να νιώθω ότι ο κόπος μου πιάνει πολύ μεγαλύτερο τόπο. Αλλά, αυτό μ’ αρέσει να κάνω, ανεξαρτήτως πως οι απολαβές που έχω δεν είναι πάντα οι προσδοκώμενες. Για μένα, αυτή η δουλειά είναι ένα πάθος. Έχω δεχτεί προτάσεις από διάφορους, να φιλοξενήσω καλλιτέχνες οι οποίοι θα ανέβαζαν τον τζίρο ή θα έφερναν πολύ περισσότερο κόσμο ή θα εκσφενδόνιζαν τα έσοδα, αλλά προσπαθώ να τηρώ κάποιες προδιαγραφές ποιότητας, είτε πρόκειται για έκθεση, θεατρικό, συναυλία, οποιαδήποτε παράσταση. Και αυτό έχει κάποιο κόστος. Ο χώρος αυτός είναι δ΄συκολο να συντηρηθεί αποκλειστικά από τα έσοδα που έχει. Συνεπώς, τα τελευταία χρόνια, ανέπτυξα μία πολιτική χορηγιών, η οποία ήταν αρκετά επιτυχημένη και γι’ αυτό αποτάθηκα σε φορείς στην Αθήνα και σε μεγάλα ιδρύματα, οι οποίοι στήριξαν αυτήν την προσπάθεια και εύχομαι, όταν ξεπεραστεί αυτή η οικονομική κρίση, να συνεχίσουν να την στηρίζουν.



- Η επαγγελματικότητα στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τους καλλιτέχνες, βλέπεις πως επηρεάζει την ποιότητα του υλικού που παρουσιάζουν;

Αυτό έχει αποδειχθεί από το γεγονός ότι πολύ μεγάλοι καλλιτέχνες που έχουν φιλοξενηθεί, εκτιμούν πολύ αυτήν την προσπάθεια και δίνουν κι αυτοί τον καλύτερό τους εαυτό με τη σειρά τους, βλέποντας ότι υπάρχει ένας χώρος που τους καλύπτει, σε οτιδήποτε αφορά την υποδομή.


- Πιστεύεις ότι αυτό που κάνεις στη Ζείδωρος, είναι κάτι που θα μπορούσε να προσφέρει και ένας δημόσιος οργανισμός;

Αυτό είναι ένα επιχείρημα που το έχω ακούσει και στο παρελθόν, ότι ένας τέτοιος χώρος θα όφειλε να είναι δημόσιος. Κρίνοντας από την οργάνωση διάφορων δημοσίων χώρων, πιστεύω ότι θα ήταν αδύνατον να λειτουργήσει ο χώρος έτσι όπως λειτουργεί αυτή τη στιγμή, υπό την ομπρέλλα κάποιου δημόσιου φορέα. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα πολιτιστικά, αλλά με κάτι γενικότερο το οποίο θα ήθελα να επισημάνω, την αντίληψη δηλαδή, πως οτιδήποτε είναι δημόσιο, έχουμε μάθει στην Ελλάδα ότι δεν είναι δικό μας. Συνεπώς δεν το περιβάλλουμε με αγάπη, δεν το φροντίζουμε, θεωρούμε ότι είναι κάποιου άλλου και το υποβαθμίζουμε. Θα ήταν αδύνατον λοιπόν, ένας χώρος πολιτισμού να λειτουργεί υποβαθμισμένα. Καλύτερα να μη λειτουργεί καθόλου. Σαφώς, λοιπόν, πιστεύω στην ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί μόνο μέσα από αυτήν, ένας χώρος πολιτισμού μπορεί να υπάρξει και να προσφέρει αυτό που οφείλει.


- Ποια, θεωρείς πως πρέπει να είναι η στάση της τοπικής αρχής στον πολιτισμό;

Οφείλει, -είναι μέρος της αποστολής της- να έχει κάποιο ρόλο και κάποιο λόγο στα πολιτιστικά ενός τόπου και στο παρελθόν αλλά και πρόσφατα ακόμα, έχω συνεργαστεί με τη δημοτική αρχή χωρίς κανένα πρόβλημα, είτε σε ρόλο συνεργάτη είτε υποστηρικτή.



-Η Ζείδωρος αυτοπροσδιορίζεται ως πολυχώρος, πράγμα που σημαίνει ότι φιλοξενείς πολλές και διαφορετικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Ξεχωρίζεις κάποια από αυτές;

Από τις εκδηλώσεις, θεωρώ το θέατρο ως εκείνο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη πρόκληση. Κι αυτό γιατί μία θεατρική παράσταση απαιτεί μεγάλη προσπάθεια που δε φαίνεται. Απαιτεί πρόβες στον χώρο, κουστούμια, σκηνικά, φώτα. Και στόχος μου είναι να επεκταθώ σε τέτοιου είδος παραστάσεις….


-Ξεχωριστό κομμάτι των δράσεων, είναι σαφώς το εκθεσιακό, καθώς ο χώρος της γκαλερί είναι ο πρώτος που συναντά ο επισκέπτης. Ποια είναι η υποδοχή της από τον κόσμο;

Έχω ακούσει διάφορα. Έχω δει ανθρώπους στην πόρτα να ντρέπονται να μπούνε μέσα νομίζοντας ότι έχει εισιτήριο. Οι εκθέσεις είναι παντού δωρεάν. Και φυσικά, κάποιος που θα επισκεφθεί μια έκθεση ζωγραφικής – γλυπτικής, φυσικά δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει. Το μόνο που ζητείται από αυτόν, είναι να δει και να κρίνει για τον εαυτό του, αν του αρέσει ή όχι.


-Στη βάση της, εξάλλου, αυτή η κίνηση έχει ως πρώτο στόχο την ανάδειξη του έργου και την επικοινωνία του εκάστοτε καλλιτέχνη με τους ανθρώπους…

Σαφώς έχει αυτόν τον σκοπό. Ταυτοχρόνως βέβαια έχει και έναν εμπορικό σκοπό προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει πρωτίστως ο καλλιτέχνης, γιατί τα περισσότερα ποσοστά από τις πωλήσεις τα έχει ο καλλιτέχνης, δεν τα έχει ο χώρος.


- Στο σύνολο των εκθέσεων, το συντριπτικό ποσοστό των καλλιτεχνών που φιλοξενούνται, σχετίζονται με τα Κύθηρα. Ποια γνώμη έχεις σχηματίσει για την ποιότητα της δουλειάς τους;

Στα Κύθηρα θεωρώ ότι υπάρχουν καλλιτεχνικές μονάδες οι οποίες είναι πολύ αξιόλογες, που παιδεύονται με την τέχνη και αποδίδουν – ή δεν αποδίδουν κάποιες φορές- ένα υψηλού επιπέδου πολιτιστικό προϊόν. Αυτό που θα ήθελα να ζητήσω από αυτούς, είναι να συλλέγουν περισσότερες προσλαμβάνουσες προκειμένου να είναι σε θέση να δημιουργούν. Θεωρώ ότι ένας καλλιτέχνης ο οποίος είναι μόνιμα απομονωμένος σε ένα νησάκι, στην άκρη της Ελλάδας, δεν έχει προσλαμβάνουσες.


- Παρά τη ρομαντική ιδέα για τον καλλιτέχνη;

Η ρομαντική ιδέα του καλλιτέχνη, πιστεύω πως πρέπει να συνδυάζεται με μία περίοδο τριβής με την κοινωνία. Να έχει ένα καταφύγιο, αλλά εκεί θα βρεθεί για να χωνεύει όλες τις εντυπώσεις και τις προσλαμβάνουσες εικόνες που αποκομίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Συνεπώς, αν κάποιος θέλει να παράγει τέχνη στα Κύθηρα, είναι απαραίτητο γι αυτόν να έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται κι άλλα μέρη, να ζει μέσα στον κόσμο, γιατί μόνο ζώντας μέσα στον κόσμο γίνεσαι μέρος του κόσμου.



- Όμως, ζώντας στον κόσμο, δε σημαίνει απαραίτητα πως ζεις και μέσα στην τέχνη. Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για τις προσλαμβάνουσες της φύσης, οι οποίες είναι ατελείωτες.

Οι προσλαμβάνουσες της φύσης είναι ατελείωτες αλλά η φύση των Κυθήρων δεν είναι ατελείωτη.


- Αυτό το λες, επειδή παρατηρείς πως κάτι επαναλαμβάνεται;

Με όσα λέω, εννοώ πως θα επιθυμούσα μία πιο ραγδαία εξέλιξη. Θεωρώ ότι είναι αργή η εξέλιξη. Υπάρχουν κάποιες φόρμες που επαναλαμβάνονται και είναι κάπως μονοδιάστατες. Δηλαδή για παράδειγμα, έχω βαρεθεί να βλέπω ελαιογραφίες ή ακουαρέλες του Καψαλίου ή του Κάστρου. Αυτό μπορεί να είναι θελκτικό για κάποιον επισκέπτη, αλλά για αυτόν που το παρουσιάζει, είναι τελείως επαναλαμβανόμενο.


- Να υποθέσω πως το εκθεσιακό τμήμα είναι και το λιγότερο προσοδοφόρο;

Όχι. Δεν είναι. Όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται, τα λιγότερα έσοδα διαχρονικά έχουν έρθει από παραστάσεις και από εκδηλώσεις καλλιτεχνών οι οποίοι, ναι μεν είναι γνωστοί στην υπόλοιπη Ελλάδα ή στο εξωτερικό, αλλά στα Κύθηρα δεν είχαν την απήχηση που θα περίμενε κάποιος. Θεωρώ ότι το Κυθηραϊκό κοινό είναι 100% προβλέψιμο. Δε θεωρώ ότι είναι πολιτιστικά καθυστερημένο, κάθε άλλο. Αλλά δε ρισκάρει να έρθει να δει μια συναυλία, έναν καλλιτέχνη τον οποίο δεν έχει γνωρίσει μέσα από τα μίντια, συνεπώς δεν εκθέτει και τον εαυτό του σε καινούργιες μορφές τέχνες. Θα παρότρυνα λοιπόν το κοινό των Κυθήρων, να ρισκάρει και να έρθει να παρακολουθήσει καλλιτέχνες που δεν τους έχει ακούσει ξανά.

Καψάλι, Ιούλιος 2010